α = τι είπες; δεν κατάλαβα
α,α = κατάφαση
αβέρτα = συνέχεια
αγανό = ύφασμα αραιά υφασμένο
αγάντα = συνεχεία
αγάλια =σιγά
αγγιά = κατσαρόλια
αγγούσα = το στομάχι της κότας -στομαχικές διαταραχές
αγκωνάρι = γωνιασμένη πέτρα, στο χτίσιμο χρησιμοποιείτε στις γωνίες
αγλέουρας = καταπέτασμα
αγρίδα = το αγίνωτο φρούτο, κυρίως σταφύλι
αδράχτι = εξάρτημα για το μάζεμα του γνέματος, πάει μαζί με τη ρόκα
αϊ = φύγε πήγαινε
ακόνι = πέτρα που χρησιμοποιείται για τρόχισμα κοφτερών εργαλείων
ακουμπάω = στηρίζουμε κάπου
αλάργα = μακριά
αλισίβα = απορρυπαντικό, απόσταγμα στάχτης
αλχτάω = γαβγίζω
αμανάτ = ενέχυρο
αμπάρ = ξύλινη κασέλα

