Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ο παππούς είχε γεράσει πολύ...


Γράφει ο Σπύρος Ζαχαρόπουλος,


Ο παππούς είχε γεράσει πολύ...
Τα πόδια του δεν τον πηγαίνουν, τα μάτια του δεν βλέπουν καλά, τα αυτιά δεν άκουγαν, δόντια δεν είχε και η τεχνητή οδοντοστοιχία δεν στεκότανε πλέον στο στόμα του.
Όταν έτρωγε το φαγητό χυνόταν. Ο γιος του και η νύφη του δεν ήθελαν να τρώνε πια μαζί του στο τραπέζι. Σε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι του, κοντά στη θερμάστρα, του πηγαίναν το φαγητό του. Μία μέρα του σερβίρουν το φαγητό σε ένα γυάλινο πιάτο. Ο παππούς στην προσπάθεια του να το φέρει κοντά, έσπασε το πιάτο, μιας και τα χεριά του έτρεμαν και δεν κράταγαν γερά. Η νύφη του άρχισε να τον μαλώνει το πιάτο έσπασε, το πάτωμα λερώθηκε,ο πάππους ένιωσε άσχημα. Από εδώ και πέρα τιμωρία, θα τρώει στην ξύλινη γαβάθα. Ο παππούς αναστέναξε δεν είπε τίποτα. Τα χρόνια πέρασαν. Ο παππούς.... ταξίδεψε...... στην αιωνιότητα......... ο γιος του και η νύφη του βλέπουν με υπερηφάνεια τα δικά τους παιδιά να μεγαλώνουν και να καταπιάνονται με διάφορες δουλείες. Ο μεγάλος γιος σκάλιζε από μέρες ένα κούτσουρο στην αυλή του σπιτιού τους. -Τι θέλεις να φτιάξεις εκεί; τον ρώτησε ο πατέρας του.- Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα (κουρίτο) πατερούλη.- Όταν εσύ και η μαμά γεράσετε θα σας ταΐζω σε αυτή, θα τρέμουν τα χέρια σας, θα σας πέφτει το φαγητό.
Ο άντρας και η γυναίκα κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν, ένιωσαν ντροπή......... Αργά πλέον....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου