Τα πόδια του δεν
τον πηγαίνουν, τα μάτια του δεν βλέπουν
καλά, τα αυτιά δεν άκουγαν, δόντια δεν
είχε και η τεχνητή οδοντοστοιχία δεν
στεκότανε πλέον στο στόμα του.
Ένας χωρικός περπατούσε
κάποτε με τον γιο του στα ορεινά
μονοπάτια του χωριού τους. Ξαφνικά σε
μια απότομη πλαγιά ο μικρός σκόνταψε
γλίστρησε και έπεσε ένας δυνατός πόνος
διαπέρασε το κορμί του.
Αμάν
– αμάν – αμάν – αμάν – τσοπανά… μωρέ
παιδιά τσοπανάκος ήμουνα προβατάκια
φύλαγα. Δε τάχα όξω ντόρκα, να βόσκουνε
τα χόρτα Δεν θέλω να το κρύψω τς ευθύνις
να καλύψω. Τσοπάνος με αγλίτσα με γένια
και κοιλίτσα….
Απόδραση
απ’ τη (φυλακή),καιρός να ξαναζήσουμε,τα
ξεχασμένα μας χωριά να τα ξαναγεμίσουμε. Πίσω
όλα να μείνουνε,τρόικα και μνημόνια και
τα πολλά προβλήματα να γράψουμε στα
χιόνια.